Όταν το σώμα μιλά αντί για τα συναισθήματα : Κατανοώντας τα ψυχοσωματικά συμπτώματα μέσα από την επιστήμη και την ψυχοθεραπεία.
- Theodora Pourtoulidou

- πριν από 5 ημέρες
- διαβάστηκε 14 λεπτά
"Το σώμα θυμάται όσα ο νους δυσκολεύεται να αντέξει ή να διαχειριστεί"

H αρχή της ψυχοσωματικής εκδήλωσης
«Οι εξετάσεις σας είναι φυσιολογικές.»
Για τον γιατρό, η φράση αυτή σημαίνει ότι ολοκληρώθηκε ο απαραίτητος διαγνωστικός έλεγχος και δεν προέκυψαν ενδείξεις κάποιας οργανικής νόσου. Για τον άνθρωπο που συνεχίζει να υποφέρει, όμως, η ίδια φράση συχνά γεννά περισσότερα ερωτήματα παρά ανακούφιση. Πώς είναι δυνατόν να νιώθει πραγματικό πόνο, δύσπνοια, ταχυκαρδία, ζάλη ή έντονη κόπωση, όταν όλες οι εξετάσεις δείχνουν ότι «δεν υπάρχει τίποτα»;
Αυτή είναι μία από τις πιο δύσκολες και συχνές εμπειρίες στην κλινική πράξη. Ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά βιώνει πραγματικά σωματικά συμπτώματα που επηρεάζουν την καθημερινότητά του, την εργασία του και τις σχέσεις του. Από την άλλη, ακούει συχνά φράσεις όπως «είναι από το άγχος», «μην το σκέφτεσαι» ή «όλα είναι στο μυαλό σου». Παρότι αυτές οι φράσεις συνήθως λέγονται με καλή πρόθεση, πολλές φορές οδηγούν σε μεγαλύτερη απογοήτευση, γιατί αφήνουν να εννοηθεί ότι ο πόνος δεν είναι πραγματικός ή ότι το άτομο υπερβάλλει.
Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα δεν είναι φανταστικά. Η δύσπνοια είναι πραγματική. Η ταχυκαρδία είναι πραγματική. Ο πόνος στο στομάχι, η ένταση στους μυς, οι ημικρανίες ή η αίσθηση κόμπου στον λαιμό είναι πραγματικές σωματικές εμπειρίες. Εκείνο που διαφοροποιείται δεν είναι η ύπαρξη του συμπτώματος, αλλά ο μηχανισμός που συμβάλλει στη δημιουργία ή στη διατήρησή του.
Τα τελευταία πενήντα χρόνια, η επιστημονική γνώση γύρω από τη σχέση σώματος και ψυχισμού έχει αλλάξει ριζικά. Το παραδοσιακό δίπολο «ή είναι οργανικό ή είναι ψυχολογικό» έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο εγκέφαλος, το αυτόνομο νευρικό σύστημα, το ενδοκρινικό σύστημα, το ανοσοποιητικό σύστημα και οι ψυχολογικές διεργασίες βρίσκονται σε συνεχή και αμφίδρομη αλληλεπίδραση. Η υγεία δεν αποτελεί αποκλειστικά αποτέλεσμα βιολογικών διεργασιών, αλλά επηρεάζεται ταυτόχρονα από τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε, σχετιζόμαστε με τους άλλους και διαχειριζόμαστε τις εμπειρίες της ζωής μας. Η αντίληψη αυτή αποτυπώνεται στο βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο του George Engel, το οποίο αποτέλεσε σημείο καμπής για τη σύγχρονη ιατρική και ψυχολογία (Engel, 1977).
Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, κανένα σύμπτωμα δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως αν εξετάζεται μόνο μέσα από τη βιολογία ή μόνο μέσα από την ψυχολογία. Αντίθετα, κάθε σωματική εκδήλωση αποτελεί προϊόν της αλληλεπίδρασης βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Αυτό σημαίνει ότι δύο άνθρωποι με το ίδιο επίπεδο στρες μπορεί να αντιδράσουν εντελώς διαφορετικά, ανάλογα με την προσωπικότητά τους, τις πρώιμες εμπειρίες τους, το υποστηρικτικό τους περιβάλλον και τον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει το νευρικό τους σύστημα να ανταποκρίνεται στις δυσκολίες.
Το σώμα δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από τον εγκέφαλο και τα συναισθήματα. Κάθε φορά που βιώνουμε φόβο, άγχος, απώλεια ή έντονη ψυχική πίεση, ενεργοποιούνται βιολογικοί μηχανισμοί που επηρεάζουν την καρδιά, την αναπνοή, το πεπτικό σύστημα, τους μύες, το ανοσοποιητικό και το ορμονικό σύστημα. Πρόκειται για φυσιολογικές αντιδράσεις επιβίωσης, οι οποίες γίνονται προβληματικές όταν παραμένουν ενεργοποιημένες για μεγάλο χρονικό διάστημα (McEwen, 1998).
Παράλληλα, η ψυχοδυναμική θεωρία προσθέτει μία ακόμη σημαντική διάσταση. Υποστηρίζει ότι ορισμένες φορές τα σωματικά συμπτώματα λειτουργούν ως ένας εναλλακτικός τρόπος έκφρασης συναισθημάτων ή εσωτερικών συγκρούσεων που δεν μπόρεσαν να αναγνωριστούν, να επεξεργαστούν ή να εκφραστούν λεκτικά (Freud, 1895/1955· Winnicott, 1965). Όταν ο άνθρωπος δυσκολεύεται να πει «φοβάμαι», «θυμώνω», «ασφυκτιώ» ή «νιώθω ανήμπορος», δεν σημαίνει ότι τα συναισθήματα εξαφανίζονται. Συχνά συνεχίζουν να υπάρχουν, βρίσκοντας έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης μέσα από το σώμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σωματικό σύμπτωμα έχει ψυχολογική προέλευση. Αντίθετα, κάθε νέο ή επίμονο σύμπτωμα πρέπει πάντοτε να αξιολογείται από τον κατάλληλο ιατρό, ώστε να αποκλειστούν οργανικές παθήσεις. Η διερεύνηση της ψυχολογικής διάστασης έρχεται να συμπληρώσει, και όχι να αντικαταστήσει, τον ιατρικό έλεγχο. Όταν οι εξετάσεις δεν αναδεικνύουν παθολογικά ευρήματα ή όταν το στρες φαίνεται να επιδεινώνει μια ήδη υπάρχουσα κατάσταση, τότε η κατανόηση της σχέσης σώματος και ψυχισμού αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το σημαντικότερο ίσως μήνυμα της σύγχρονης ψυχοσωματικής είναι ότι το σώμα δεν αποτελεί τον αντίπαλό μας. Δεν προσπαθεί να μας τιμωρήσει ούτε να μας δυσκολέψει. Αντίθετα, προσπαθεί διαρκώς να μας προστατεύσει και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Κάποιες φορές, όταν η ψυχική επιβάρυνση υπερβαίνει τις δυνατότητες επεξεργασίας του ανθρώπου, το σώμα αναλαμβάνει να εκφράσει εκείνο που ο νους δεν μπορεί ακόμη να αντέξει.
Ίσως λοιπόν το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι μόνο «πώς θα σταματήσει αυτό το σύμπτωμα;», αλλά και «τι προσπαθεί να μου επικοινωνήσει;». Γιατί πολλές φορές, πίσω από έναν χρόνιο πόνο, μια ταχυκαρδία ή μια αίσθηση κόμπου στο στομάχι, δεν κρύβεται ένα ελαττωματικό σώμα, αλλά ένας οργανισμός που αναζητά έναν διαφορετικό τρόπο να ακουστεί.
Τι είναι τα ψυχοσωματικά συμπτώματα;
Ο όρος «ψυχοσωματικό» χρησιμοποιείται ευρέως στην καθημερινή γλώσσα, συχνά όμως με τρόπο που δημιουργεί παρανοήσεις. Δεν είναι λίγες οι φορές που η λέξη χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ότι ένα σύμπτωμα «υπάρχει μόνο στο μυαλό» ή ότι ο άνθρωπος υπερβάλλει. Η αντίληψη αυτή όχι μόνο είναι λανθασμένη, αλλά μπορεί να οδηγήσει το άτομο σε ακόμη μεγαλύτερη απογοήτευση και ενοχή, καθώς αισθάνεται ότι ο πόνος του αμφισβητείται.
Η σύγχρονη επιστήμη προσεγγίζει τα ψυχοσωματικά συμπτώματα με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Σήμερα αναγνωρίζεται ότι το σώμα και ο ψυχισμός δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες οντότητες, αλλά δύο αλληλένδετες εκφάνσεις της ίδιας βιολογικής και ψυχολογικής πραγματικότητας. Κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα και κάθε εμπειρία συνοδεύεται από συγκεκριμένες μεταβολές στη λειτουργία του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος, του ενδοκρινικού συστήματος και του ανοσοποιητικού. Με άλλα λόγια, η ψυχική εμπειρία έχει πάντοτε και βιολογικό αποτύπωμα (Engel, 1977· McEwen, 1998).
Για πολλά χρόνια οι γιατροί χρησιμοποιούσαν τον όρο «ιατρικώς ανεξήγητα συμπτώματα» (medically unexplained symptoms), περιγράφοντας καταστάσεις στις οποίες το άτομο παρουσίαζε έντονα σωματικά ενοχλήματα χωρίς να εντοπίζεται σαφής οργανική αιτία. Η ορολογία αυτή όμως δημιούργησε προβλήματα, καθώς έδινε την εντύπωση ότι το σύμπτωμα δεν είχε πραγματική βάση ή ότι επρόκειτο για κάτι αδιευκρίνιστο. Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι η ιατρική δεν μπορεί να εντοπίσει μια συγκεκριμένη βλάβη δεν σημαίνει ότι το σύμπτωμα δεν είναι υπαρκτό ή ότι δεν υπάρχουν βιολογικοί μηχανισμοί που το προκαλούν.
Για τον λόγο αυτό, η πέμπτη έκδοση του Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM-5-TR) εισήγαγε τον όρο Διαταραχή Σωματικών Συμπτωμάτων (Somatic Symptom Disorder). Η διάγνωση δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά στην απουσία οργανικής νόσου, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο το άτομο βιώνει, ερμηνεύει και διαχειρίζεται τα συμπτώματά του (American Psychiatric Association, 2022).
Αυτό σημαίνει ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πάσχει από μια πραγματική οργανική ασθένεια, όπως για παράδειγμα σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, ημικρανία ή αυτοάνοσο νόσημα, και παράλληλα οι ψυχολογικοί παράγοντες να επηρεάζουν σημαντικά την ένταση, τη συχνότητα ή την πορεία των συμπτωμάτων. Αντίστροφα, ένας άνθρωπος μπορεί να παρουσιάζει έντονες σωματικές ενοχλήσεις χωρίς να ανευρίσκεται οργανική βλάβη, επειδή το νευρικό του σύστημα βρίσκεται σε κατάσταση χρόνιας υπερδιέγερσης.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί απομακρύνει την ψευδή αντίθεση ανάμεσα στο «σωματικό» και στο «ψυχολογικό». Στην πραγματικότητα, κάθε σωματικό σύμπτωμα είναι ταυτόχρονα και βιολογικό, αφού εκφράζεται μέσω πραγματικών φυσιολογικών διεργασιών. Αυτό που διαφοροποιείται είναι οι παράγοντες που συμμετέχουν στη δημιουργία ή στη διατήρησή του.
Το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο του Engel (1977) εξηγεί αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα. Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, η υγεία και η ασθένεια δεν αποτελούν αποκλειστικά αποτέλεσμα γενετικών ή οργανικών παραγόντων. Επηρεάζονται ταυτόχρονα από το βιολογικό υπόστρωμα του ανθρώπου, την προσωπικότητά του, τις εμπειρίες της ζωής του, τις διαπροσωπικές σχέσεις, το κοινωνικό περιβάλλον, ακόμη και τις πολιτισμικές αντιλήψεις γύρω από την ασθένεια και την υγεία.
Αυτό εξηγεί γιατί δύο άνθρωποι που βιώνουν την ίδια απώλεια ή το ίδιο επίπεδο στρες δεν εμφανίζουν τα ίδια συμπτώματα. Ο ένας μπορεί να παρουσιάσει γαστρεντερικές διαταραχές, ο άλλος έντονες ημικρανίες, ένας τρίτος να εμφανίσει κρίσεις πανικού, ενώ κάποιος άλλος να μην εμφανίσει κανένα εμφανές σωματικό σύμπτωμα. Ο οργανισμός κάθε ανθρώπου διαθέτει τη δική του μοναδική βιολογική και ψυχολογική ιστορία.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει και η αλεξιθυμία, δηλαδή η δυσκολία αναγνώρισης και λεκτικής έκφρασης των συναισθημάτων. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα άτομα με αυξημένα αλεξιθυμικά χαρακτηριστικά παρουσιάζουν συχνότερα ψυχοσωματικές εκδηλώσεις, καθώς δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν και να επεξεργαστούν τις συναισθηματικές τους εμπειρίες (Taylor, Bagby, & Parker, 1997). Δεν σημαίνει ότι δεν αισθάνονται. Αντίθετα, αισθάνονται έντονα, αλλά η εμπειρία αυτή μεταφράζεται ευκολότερα σε σωματική παρά σε λεκτική έκφραση.
Στην κλινική πράξη, αρκετοί θεραπευόμενοι δυσκολεύονται να περιγράψουν αν αυτό που βιώνουν είναι θυμός, φόβος, λύπη ή απογοήτευση. Αντίθετα, μπορούν να περιγράψουν με μεγάλη ακρίβεια ότι αισθάνονται έναν κόμπο στον λαιμό, ένα βάρος στο στήθος, ένα σφίξιμο στο στομάχι ή μια έντονη πίεση στον αυχένα. Το σώμα φαίνεται να εκφράζει εκείνο που ο ψυχισμός δεν έχει ακόμη κατορθώσει να μετατρέψει σε σκέψη ή σε λόγο.
Η κατανόηση αυτή δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάθε σωματικό σύμπτωμα έχει ψυχολογική αιτία. Ούτε σημαίνει ότι η ψυχοθεραπεία αντικαθιστά την ιατρική διερεύνηση. Αντίθετα, κάθε νέο, επίμονο ή επιδεινούμενο σύμπτωμα απαιτεί πάντοτε πλήρη ιατρικό έλεγχο. Μόνο όταν αποκλειστούν οργανικές παθήσεις ή όταν διαπιστωθεί ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες συμβάλλουν στην πορεία της νόσου, αποκτά νόημα η διερεύνηση της ψυχοσωματικής διάστασης.
Η σύγχρονη ψυχοσωματική, επομένως, δεν αντιμετωπίζει το σώμα και τον ψυχισμό ως δύο ξεχωριστούς κόσμους. Αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ως μια αδιάσπαστη ενότητα, στην οποία κάθε εμπειρία αφήνει ταυτόχρονα ψυχικό και βιολογικό αποτύπωμα. Μέσα σε αυτή την οπτική, το σύμπτωμα δεν αποτελεί απλώς ένα πρόβλημα που πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά μια πληροφορία που αξίζει να διερευνηθεί. Συχνά αποτελεί την πρώτη ένδειξη ότι ο οργανισμός έχει φτάσει στα όρια των δυνατοτήτων του και προσπαθεί να προσαρμοστεί με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει εκείνη τη στιγμή.
Πώς το άγχος μετατρέπεται σε σωματικό σύμπτωμα;
Για να κατανοήσουμε τα ψυχοσωματικά συμπτώματα, χρειάζεται πρώτα να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλος. Συχνά θεωρούμε ότι ο εγκέφαλος έχει ως βασικό του σκοπό να μας κάνει ευτυχισμένους ή να μας βοηθήσει να απολαμβάνουμε τη ζωή. Στην πραγματικότητα, όμως, ο πρωταρχικός του στόχος είναι πολύ πιο απλός και ταυτόχρονα πολύ πιο σημαντικός: η επιβίωση.
Από εξελικτική άποψη, ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο κινδύνους. Για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, οι πρόγονοί μας έπρεπε καθημερινά να προστατεύονται από άγρια ζώα, αντίπαλες ομάδες, ακραίες καιρικές συνθήκες και έλλειψη τροφής. Όσοι μπορούσαν να αναγνωρίζουν γρήγορα τον κίνδυνο και να αντιδρούν άμεσα είχαν περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν και να μεταδώσουν τα γονίδιά τους στις επόμενες γενιές.
Παρότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν κινδυνεύει πλέον καθημερινά από φυσικούς θηρευτές, ο εγκέφαλος εξακολουθεί να λειτουργεί με τους ίδιους βασικούς μηχανισμούς. Αυτό σημαίνει ότι δεν αντιδρά μόνο σε πραγματικούς φυσικούς κινδύνους, αλλά και σε κάθε κατάσταση που ερμηνεύει ως απειλή για την ασφάλεια, την ταυτότητα ή την επιβίωσή μας. Μια δύσκολη επαγγελματική περίοδος, ένα διαζύγιο, η οικονομική ανασφάλεια, η μοναξιά, η απόρριψη ή ακόμη και η διαρκής πίεση της καθημερινότητας μπορούν να ενεργοποιήσουν τα ίδια ακριβώς νευροβιολογικά συστήματα που κάποτε μας προστάτευαν από έναν θηρευτή (Sapolsky, 2004).
Στο κέντρο αυτής της διαδικασίας βρίσκεται μια μικρή αλλά εξαιρετικά σημαντική δομή του εγκεφάλου: η αμυγδαλή. Η αμυγδαλή λειτουργεί σαν ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης, αξιολογώντας συνεχώς αν υπάρχει κάποια πιθανή απειλή. Όταν αντιληφθεί κίνδυνο, ακόμη και πριν προλάβουμε να τον συνειδητοποιήσουμε, ενεργοποιεί μια σειρά από βιολογικές αντιδράσεις που προετοιμάζουν το σώμα να προστατευθεί (LeDoux, 1996).
Αυτή η διαδικασία είναι γνωστή ως αντίδραση «μάχης ή φυγής» (fight or flight). Πρόκειται για έναν από τους αρχαιότερους και αποτελεσματικότερους μηχανισμούς επιβίωσης του ανθρώπινου οργανισμού. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ενεργοποιείται το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και αρχίζει μια αλυσιδωτή σειρά φυσιολογικών αλλαγών.
Οι καρδιακοί παλμοί αυξάνονται ώστε να μεταφερθεί περισσότερο αίμα στους μύες. Η αναπνοή γίνεται πιο γρήγορη για να αυξηθεί η παροχή οξυγόνου. Η αρτηριακή πίεση ανεβαίνει. Οι κόρες των ματιών διαστέλλονται. Οι μύες συσπώνται και προετοιμάζονται για δράση. Ταυτόχρονα, λειτουργίες που δεν είναι απαραίτητες για την άμεση επιβίωση, όπως η πέψη, επιβραδύνονται προσωρινά. Όλος ο οργανισμός προσανατολίζεται στην αντιμετώπιση της απειλής.
Σε συνθήκες πραγματικού κινδύνου, αυτή η αντίδραση είναι απολύτως φυσιολογική και σωτήρια. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο εγκέφαλος ενεργοποιεί τον ίδιο μηχανισμό όχι για λίγα λεπτά, αλλά για εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και χρόνια.
Στη σύγχρονη ζωή, οι περισσότερες απειλές δεν έχουν σαφή αρχή και τέλος. Ένας άνθρωπος μπορεί να ζει καθημερινά με το άγχος της εργασίας, να φροντίζει έναν ασθενή συγγενή, να βιώνει μια προβληματική σχέση ή να κουβαλά τραυματικές εμπειρίες από το παρελθόν. Παρότι δεν υπάρχει ένας ορατός κίνδυνος μπροστά του, ο εγκέφαλος συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση επιβίωσης.
Η συνεχής αυτή ενεργοποίηση επηρεάζει έναν ακόμη βασικό βιολογικό μηχανισμό, τον άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων (HPA axis). Μέσω αυτού του συστήματος απελευθερώνεται η κορτιζόλη, η κύρια ορμόνη του στρες. Η κορτιζόλη είναι απολύτως απαραίτητη για τη ζωή. Βοηθά τον οργανισμό να διαχειρίζεται δύσκολες καταστάσεις, αυξάνει προσωρινά τη διαθεσιμότητα ενέργειας και ρυθμίζει πλήθος φυσιολογικών λειτουργιών.
Όταν όμως η κορτιζόλη παραμένει αυξημένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι επιδράσεις της παύουν να είναι προστατευτικές. Το ανοσοποιητικό σύστημα απορρυθμίζεται, η πέψη επηρεάζεται, ο ύπνος γίνεται πιο επιφανειακός, οι μύες παραμένουν διαρκώς σε σύσπαση και το νευρικό σύστημα γίνεται ολοένα πιο ευαίσθητο στα ερεθίσματα. Ακόμη και μικρές φυσιολογικές αισθήσεις του σώματος αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές ως ιδιαίτερα έντονες ή απειλητικές (McEwen, 1998).
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που πολλοί άνθρωποι εμφανίζουν συμπτώματα όπως ταχυκαρδίες, αίσθημα δύσπνοιας, ζάλη, μυϊκούς πόνους ή ενοχλήσεις στο στομάχι χωρίς να ανευρίσκεται οργανική βλάβη. Το σώμα δεν «εφευρίσκει» τα συμπτώματα. Αντιδρά φυσιολογικά σε ένα νευρικό σύστημα που παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κατάσταση συναγερμού.

Τα τελευταία χρόνια, η Θεωρία του Πολυπνευμονογαστρικού Νεύρου (Polyvagal Theory) του Stephen Porges προσέθεσε μία ακόμη σημαντική διάσταση στην κατανόηση των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων. Σύμφωνα με τον Porges (2011), το νευρικό μας σύστημα δεν ενδιαφέρεται μόνο για τη φυσική επιβίωση αλλά και για την αίσθηση ασφάλειας μέσα στις σχέσεις μας. Όταν αισθανόμαστε ασφαλείς, ο οργανισμός ενεργοποιεί το παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, επιτρέποντας την ηρεμία, την πέψη, την κοινωνική σύνδεση και την αποκατάσταση. Αντίθετα, όταν αντιλαμβάνεται απειλή, ακόμη και σε διαπροσωπικό επίπεδο, στρέφεται αυτόματα σε καταστάσεις υπερέντασης ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε μια μορφή «απενεργοποίησης», όπου το άτομο νιώθει εξάντληση, αποσύνδεση ή συναισθηματικό μούδιασμα.
Αυτό σημαίνει ότι το σώμα δεν αντιδρά μόνο σε εξωτερικούς κινδύνους. Αντιδρά και στον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε μέσα στις σχέσεις μας. Η απόρριψη, η χρόνια κριτική, η συναισθηματική παραμέληση ή η αίσθηση ότι δεν είμαστε ασφαλείς με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μας μπορούν να ενεργοποιήσουν τους ίδιους βιολογικούς μηχανισμούς που ενεργοποιεί και ένας πραγματικός φυσικός κίνδυνος.
Κατανοώντας αυτούς τους μηχανισμούς, αρχίζουμε να βλέπουμε τα ψυχοσωματικά συμπτώματα με διαφορετική ματιά. Δεν αποτελούν ένδειξη ότι το σώμα δυσλειτουργεί ή ότι ο άνθρωπος «υπερβάλλει». Αντίθετα, αποτελούν το αποτέλεσμα ενός νευρικού συστήματος που προσπαθεί επίμονα να προστατεύσει τον οργανισμό, ακόμη κι όταν οι συνθήκες έχουν πλέον αλλάξει.
Η σημαντικότερη ίσως αλλαγή που φέρνει αυτή η γνώση είναι ότι σταματάμε να αντιμετωπίζουμε το σώμα ως εχθρό. Το σώμα δεν μας προδίδει. Ακολουθεί πιστά τις οδηγίες ενός εγκεφάλου που έχει μάθει να ζει σε διαρκή επαγρύπνηση. Και όπως ακριβώς έμαθε κάποτε να βρίσκεται σε συναγερμό, έτσι μπορεί, μέσα από νέες εμπειρίες και τη θεραπευτική διαδικασία, να μάθει σταδιακά και την ασφάλεια.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι σωματοποιούν περισσότερο από άλλους;
Ένα από τα συχνότερα ερωτήματα που προκύπτουν τόσο στην κλινική πράξη όσο και στην ψυχοσωματική έρευνα είναι γιατί δύο άνθρωποι που βιώνουν παρόμοιες δυσκολίες αντιδρούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει μια εξαιρετικά αγχωτική περίοδο χωρίς να εμφανίσει ιδιαίτερα σωματικά συμπτώματα, ενώ ένας άλλος αρχίζει να υποφέρει από έντονες ημικρανίες, ενοχλήσεις στο στομάχι, δύσπνοια, ταχυκαρδίες ή χρόνιους μυϊκούς πόνους;
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε έναν μόνο παράγοντα. Η σωματοποίηση αποτελεί το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη γενετική προδιάθεση, τη λειτουργία του νευρικού συστήματος, τις εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, τις πρώτες σχέσεις, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, τον τρόπο διαχείρισης του στρες και την ικανότητα του ανθρώπου να αναγνωρίζει και να εκφράζει τα συναισθήματά του (Engel, 1977).
Με άλλα λόγια, το σώμα κάθε ανθρώπου αφηγείται τη δική του ιστορία.
Δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου που εμφανίζει ψυχοσωματικά συμπτώματα. Υπάρχουν όμως ορισμένοι παράγοντες που φαίνεται να αυξάνουν την πιθανότητα το άγχος και η ψυχική επιβάρυνση να εκφραστούν μέσω του σώματος.
Οι πρώτες σχέσεις διαμορφώνουν το νευρικό μας σύστημα.
Η ανάπτυξη του ανθρώπου δεν αφορά μόνο τη μάθηση, τη γλώσσα ή τη συμπεριφορά. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής, διαμορφώνεται σταδιακά και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το νευρικό μας σύστημα.
Η Θεωρία του Δεσμού του John Bowlby υποστηρίζει ότι το βρέφος γεννιέται με μια έμφυτη ανάγκη να συνδεθεί με έναν ασφαλή φροντιστή. Η σχέση αυτή δεν καλύπτει μόνο τις βιολογικές του ανάγκες, αλλά αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο αναπτύσσονται η αίσθηση ασφάλειας, η συναισθηματική ρύθμιση και η ικανότητα διαχείρισης του στρες σε όλη τη διάρκεια της ζωής (Bowlby, 1988).
Όταν το παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου οι ανάγκες του αναγνωρίζονται, τα συναισθήματά του γίνονται αποδεκτά και υπάρχει συνέπεια στη φροντίδα, το νευρικό του σύστημα μαθαίνει σταδιακά ότι μετά από κάθε δυσκολία ακολουθεί η ασφάλεια. Μαθαίνει ότι ο κόσμος είναι κατά βάση προβλέψιμος και ότι μπορεί να ζητήσει βοήθεια όταν τη χρειάζεται. Δεν συμβαίνει όμως πάντοτε αυτό.
Πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα όπου κυριαρχούν η υπερβολική κριτική, η συναισθηματική παραμέληση, οι συγκρούσεις, η αστάθεια ή ακόμη και η κακοποίηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο εγκέφαλος αναπτύσσεται κάτω από συνθήκες συνεχούς επαγρύπνησης. Ο οργανισμός μαθαίνει ότι πρέπει να βρίσκεται διαρκώς σε ετοιμότητα, γιατί ο κίνδυνος μπορεί να εμφανιστεί ανά πάσα στιγμή.
Το αποτέλεσμα είναι ένα νευρικό σύστημα που ενεργοποιείται πολύ πιο εύκολα ακόμη και μπροστά σε μικρές δυσκολίες της καθημερινότητας. Μια έντονη συζήτηση, μια επαγγελματική πίεση ή μια πιθανή απόρριψη μπορεί να βιωθεί από τον οργανισμό σαν σοβαρή απειλή, παρότι αντικειμενικά δεν είναι. Οι εμπειρίες αυτές δεν αποθηκεύονται μόνο ως αναμνήσεις. Εγγράφονται στον τρόπο λειτουργίας του ίδιου του νευρικού συστήματος (Siegel, 2012).
Όταν τα συναισθήματα δεν βρίσκουν λέξεις
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που σχετίζεται με τη σωματοποίηση είναι η δυσκολία αναγνώρισης και έκφρασης των συναισθημάτων. Στην ψυχολογία, η δυσκολία αυτή περιγράφεται με τον όρο αλεξιθυμία. Τα άτομα με αυξημένα αλεξιθυμικά χαρακτηριστικά δεν στερούνται συναισθημάτων. Αντίθετα, βιώνουν πολλές φορές ιδιαίτερα έντονες συναισθηματικές εμπειρίες, δυσκολεύονται όμως να τις αναγνωρίσουν, να τις διαφοροποιήσουν και να τις εκφράσουν με λόγια (Taylor, Bagby, & Parker, 1997).
Έτσι, αντί να πουν «αισθάνομαι θυμό», μπορεί να περιγράψουν ένα έντονο σφίξιμο στον αυχένα. Αντί να αντιληφθούν ότι βιώνουν φόβο, μπορεί να αισθανθούν ταχυκαρδία ή δύσπνοια. Αντί να αναγνωρίσουν τη θλίψη τους, να εμφανίσουν έντονη κόπωση ή πόνους στο σώμα. Το σώμα γίνεται, ουσιαστικά, η γλώσσα των συναισθημάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο επιλέγει συνειδητά να εκφράζεται έτσι. Πρόκειται για έναν τρόπο λειτουργίας που έχει διαμορφωθεί σταδιακά, πολλές φορές ήδη από την παιδική ηλικία.
Το αναπτυξιακό τραύμα και η μνήμη του σώματος
Τα τελευταία χρόνια, οι νευροεπιστήμες έχουν αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ψυχικό τραύμα. Παλαιότερα θεωρούσαμε ότι το τραύμα αφορά κυρίως την ανάμνηση ενός δυσάρεστου γεγονότος. Σήμερα γνωρίζουμε ότι επηρεάζει ολόκληρη τη λειτουργία του οργανισμού.
Ο Bessel van der Kolk (2014) περιγράφει ότι το τραύμα δεν αποθηκεύεται μόνο ως αφήγηση ή εικόνα στη μνήμη, αλλά και ως μοτίβο λειτουργίας του νευρικού συστήματος. Ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει σε περιβάλλον συνεχούς φόβου ή απρόβλεπτων αντιδράσεων μπορεί να συνεχίσει να ζει σαν να βρίσκεται ακόμη σε κίνδυνο, ακόμη κι όταν το τραυματικό γεγονός έχει περάσει εδώ και πολλά χρόνια.
Το σώμα δεν θυμάται τις λεπτομέρειες του γεγονότος. Θυμάται πώς ήταν να βρίσκεται σε διαρκή ένταση.
Θυμάται την ανάγκη να προστατευτεί.
Θυμάται τη συνεχή επαγρύπνηση.
Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί άνθρωποι εμφανίζουν ψυχοσωματικά συμπτώματα σε περιόδους της ζωής τους που μοιάζουν, έστω και ασυνείδητα, με παλαιότερες τραυματικές εμπειρίες. Το νευρικό σύστημα δεν αντιδρά μόνο στο παρόν. Αντιδρά και σε όσα έχει μάθει να περιμένει.
Γιατί δεν σωματοποιούν όλοι με τον ίδιο τρόπο;
Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο «σωστό» ή «λάθος» σημείο στο σώμα όπου εκφράζεται η ψυχική ένταση. Ο κάθε οργανισμός φαίνεται να έχει τις δικές του ευάλωτες περιοχές, οι οποίες διαμορφώνονται μέσα από τη γενετική προδιάθεση, το ιστορικό υγείας, τις εμπειρίες ζωής και τη λειτουργία του νευρικού συστήματος.
Σε κάποιον άνθρωπο το χρόνιο στρες μπορεί να εκφραστεί κυρίως μέσω του πεπτικού συστήματος, οδηγώντας σε ενοχλήσεις όπως σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου ή δυσπεψία. Σε κάποιον άλλο μπορεί να εμφανιστούν πονοκέφαλοι τάσης, αυχενικό σύνδρομο ή χρόνιοι μυϊκοί πόνοι. Άλλοι εμφανίζουν δερματολογικές εξάρσεις, όπως ψωρίαση ή έκζεμα, ενώ κάποιοι βιώνουν κυρίως δύσπνοια, ταχυκαρδίες ή αίσθημα κόπωσης.
Η διαφορετικότητα αυτή δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας αυστηρός συμβολισμός για κάθε σύμπτωμα. Αντίθετα, υποδηλώνει ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει έναν μοναδικό τρόπο με τον οποίο το σώμα του ανταποκρίνεται στη μακροχρόνια ψυχική επιβάρυνση.
Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι να αναζητήσουμε έναν απόλυτο συμβολισμό πίσω από κάθε πόνο, αλλά να διερευνήσουμε τι συμβαίνει συνολικά στη ζωή του ανθρώπου, ποιες είναι οι σχέσεις του, ποιες ανάγκες μένουν ανεκπλήρωτες και πώς έχει μάθει να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες. Μέσα από αυτή την οπτική, το σύμπτωμα δεν αποτελεί το πρόβλημα. Αποτελεί την αρχή μιας βαθύτερης κατανόησης του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος έχει μάθει να προστατεύει τον εαυτό του.
Η συμβολή της Ψυχοθεραπείας στα ψυχοσωματικά συμπτώματα.
Η Βιοθυμική Υπνοθεραπεία και η Γνωσιακή-Αναλυτική Ψυχοθεραπεία (ΓΑΨ) μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, βοηθώντας το άτομο να κατανοήσει τους ψυχολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν το σώμα του. Η Βιοθυμική Υπνοθεραπεία αξιοποιεί τεχνικές βαθιάς χαλάρωσης και θεραπευτικής επεξεργασίας, με στόχο τη μείωση του άγχους και την ενίσχυση της συναισθηματικής ισορροπίας. Η ΓΑΨ εστιάζει στην αναγνώριση δυσλειτουργικών μοτίβων σκέψης, συναισθήματος και σχέσεων που συνδέονται με την εμφάνιση ή τη διατήρηση των συμπτωμάτων. Σε συνδυασμό με την ιατρική παρακολούθηση, οι προσεγγίσεις αυτές μπορούν να ενισχύσουν την αυτογνωσία, τη συναισθηματική ρύθμιση και τη συνολική ψυχική και σωματική ευεξία.
Βιβλιογραφία
American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed., text rev.; DSM-5-TR). American Psychiatric Association.
Arck, P. C., Slominski, A., Theoharides, T. C., Peters, E. M. J., & Paus, R. (2006). Neuroimmunology of stress: Skin takes center stage. Journal of Investigative Dermatology, 126(8), 1697–1704. https://doi.org/10.1038/sj.jid.5700104
Bowlby, J. (1988). A Secure Base: Parent-Child Attachment and Healthy Human Development. Basic Books.
Cozolino, L. (2017). The Neuroscience of Psychotherapy: Healing the Social Brain (3rd ed.). W. W. Norton & Company.
Engel, G. L. (1977). The need for a new medical model: A challenge for biomedicine. Science, 196(4286), 129–136. https://doi.org/10.1126/science.847460
LeDoux, J. E. (1996). The Emotional Brain: The Mysterious Underpinnings of Emotional Life. Simon & Schuster.
Mayer, E. A. (2011). The Mind-Gut Connection. HarperCollins.
McDougall, J. (1989). Theatres of the Body: A Psychoanalytic Approach to Psychosomatic Illness. W. W. Norton & Company.
McEwen, B. S. (1998). Protective and damaging effects of stress mediators. New England Journal of Medicine, 338(3), 171–179. https://doi.org/10.1056/NEJM199801153380307





Σχόλια